πολυφίλητος
πολυφίλητος, much-loved
πολυ-φίλητος [ῐ], ον,
- much-loved, gloss on τριφίλατος, Sch. Theoc. 15.86.
πολυφίλητος, vielgeliebt, Schol. Theocr. 15.86, als Erkl. von τριφίλητος.