πολυχαίτης
πολυχαίτης, with much hair
πολῠ-χαίτης, ου, ὁ,
- with much hair, Hdn. Epim. 166.
πολυχαίτης, ὁ, mit vielem Haare, Hdn. epimer. 166.
πολυχαίτης, with much hair