πολυφραδής
πολυφραδής, very eloquent
πολυφρᾰδ-ής, ές, (φράζω)
- very eloquent or wise, ἐννεσίῃσι πολυφραδέεσσι δολωθείς Hes. Th. 494, cf. Semon. 7.93 (Sup.).
- II much talked of, famous, ἔργον IG 14.2012A26 (Sulp. Max.).
πολυ·φραδής, ής, ές [ᾰ] très sage, très avisé, Hés. Th. 494 ||
Sup. -έστατος, Sim. am. fr. 7, 93 ||
➳ Dat. pl. épq. πολυφραδέεσσι, Hés. l. c.
Étym. π. φράζομαι.
πολυφραδής, ές, sehr beredt, sehr verständig, klug ; ἐννεσίῃσι πολυφραδέεσσι δολωθείς, Hes. Th. 494 ; Simonds mul. 93.
πολυφραδής
πολυ-φρᾰδής, ές
φράζω
- very eloquent or wise, Hes.