πολύχλωρος
πολύχλωρος, dark yellow
πολῠ-χλωρος, Ion. πουλύ-, ον,
- dark yellow, τὸ π. Hp. Epid. 2.1.10.
πολύ·χλωρος, ος, ον, tout à fait pâle, Hpc. 1008g.
Étym. π. χλωρός.
πολύχλωρος, sehr blaß, Hippocr.