πολυφραδμοσύνη
πολυφραδ-μοσύνη, Dor. -α, ἡ,
- = foreg. [πολυφραδία], Archyt. ap. Stob. 1.48.
πολυφραδμοσύνη, ης (ἡ) [σῠ] c. le préc. Archyt. (Stob. Ecl. 1, 786).
Étym. πολυφράδμων.
πολυφραδμοσύνη, ἡ, = πολυφραδία, Archyt. bei Stob. ecl. 1 p. 786.