πολύγνωτος
πολύγνωτος, well-known
πολῠ-γνωτος, ον,
- well-known, Pi. N. 10.37 (s.v.l.).
πολύ·γνωτος, ος, ον, très connu, célèbre, Pd. N. 10, 70.
Étym. π. γιγνώσκω.
πολύγνωτος, viel od. sehr bekannt, γένος, Pind. N. 10.37.
πολύγνωτος, -ον
- 1renowned ἕπεται (ἐπέβα Wil.) δέ, Θεαῖε, ματρώων πολύγνωτον γένος ὑμετέρων εὐάγων τιμὰ (πολυγνώτῳ γένει coni. Er. Schmid) N. 10.37 ἵππων τʼ ὠκυπόδων πολυγνώτοις ἐπὶ νίκαις Παρθ. 2. 45.
πολύγνωτος
πολύ-γνωτος, ον,
- well-known, Pind.