πολύγουνος
πολύγουνος, many-jointed
πολῠ-γουνος, ον,
- = πολυγόνατος, many-jointed, ὄνωνις Nic. Th. 872.
πολύ·γουνος, ος, ον [ῠ] qui a beaucoup de nœuds, Nic. Th. 872.
Étym. π. γόνυ.