πολυγύναιξ Save Bailly 2024 Pape *πολυ·γύναιξ, seul. nom. pl. πολυγύναικες [ῠῠ] adj. m. c. le suiv. Str. 835. πολυγύναιξ, der gen. πολυγύναικος usw., Strab. XVII u. A., wie πολυγύνης, = πολυγύναιος.