Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυγονοειδές
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολυγηθής
πολύγηθος
πολυγήραος
πολυγηρία
πολύγηρος
πολύγηρως
πολυγήρως
πολύγιος
πολυγλαγής
πολύγλευκος
πολύγληνος
πολυγλυφής
πολύγλωσσος
πολύγλωττος
πολυγλώχιν
πολύγναμπτος
πολυγνωμοσύνη
πολυγνώμων
πολυγνώριστος
πολύγνωστος
πολύγνωτος
Πολύγνωτος
πολυγόητος
πολύγομφος
πολυγόμφωτος
πολυγόνατον
πολυγόνατος
πολυγονέομαι
πολυγονέω
πολυγονία
πολυγονοειδές
πολυγονοειδής
πολύγονον
πολύγονος
πολύγουνος
πολυγράμματος
πολύγραμμος
πολύγραος
πολυγραφέω
πολυγραφία
πολυγράφος
πολυγύμναστος
πολυγύναιξ
πολυγύναιος
πολυγύνης
πολύγυρος
πολυγώνιος
πολυγωνοειδής
πολύγωνον
πολύγωνος
πολυδάηρ
πολυδαίδαλος
πολυδαίμων
πολυδαισία
πολυδακρυμανής
πολυδάκρυος
πολύδακρυς
πολυδάκρυτος
πολυδάκτυλος
Πολυδάμας
Πολυδαμίδας
…
πολυγονοειδές
Save
LSJ
πολῠ-γονοειδές, τό,
= κληματίς,
Dsc.
4.7; but = δαφνοειδές,
Gal.
12.31.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}