πολυγώνιος Save LSJ Bailly 2024 Pape πολῠ-γώνιος, ον, = πολύγωνος, Thphr. Sens. 66, CP 6.1.6, Poll. 4.161. πολυ·γώνιος, ος, ον, c. le suiv. Th. Sens. 66. πολυγώνιος, = πολύγωνος, Poll. 4.161.