πολυγύνης Save LSJ Pape πολῠ-γύνης [γῠ], ου, ὁ, = foreg., Poll. 6.171: nom. pl. πολυγύναικες Str. 17.3.19. πολυγύνης, ὁ, = πολυγύναιξ, Poll. 6.171.