πολύχωστος
πολύχωστος, high-heaped
πολύ-χωστος, ον,
- high-heaped, τάφος A. Ch. 351 (lyr.).
πολύ·χωστος, ος, ον [ῠ] formé d’un grand amas de terre, Eschl. Ch. 350.
Étym. π. χώννυμι.
πολύχωστος, viel oder hoch aufgeschüttet, τάφος, Aesch. Ch. 346.
πολύχωστος
πολύ-χωστος, ον,
- high-heaped, Aesch.