πολυχρονιότης
πολυχρονιότης, long duration
πολυ-χρονιότης, ητος, ἡ,
- long duration, Phld. Herc. 1251.4, Ptol. Tetr. 10, etc.; longevity, Phld. Sign. 17, Sch. Ar. Av. 604; keeping quality, Thphr. Od. 19.
πολυχρονιότης, ητος (ἡ) longue durée, Orib. 94 Matthäi.
Étym. πολυχρόνιος.
πολυχρονιότης, ητος, ἡ, Länge der Zeit, Schol. Ar. Av. 607.