πολυχρηματίζω Save Bailly 2024 Pape πολυχρηματίζω [ᾰ] être très riche, Str. 414. Étym. πολυχρήματος. πολυχρηματίζω, f.l. für πολυχρηματέω, Strab. 9.2.40.