Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυχρονίως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολύχνη
πολύχνιον
πολύχνοος
πολύχνους
πολυχοέω
πολυχοΐα
πολύχοιος
πολύχοος
πολυχορδία
πολύχορδος
πολύχορτος
πολύχους
πολυχρηματέω
πολυχρηματία
πολυχρηματίας
πολυχρηματιάς
πολυχρηματίζω
πολυχρήματος
πολυχρημοσύνη
πολυχρήμων
πολυχρήσιμος
πολυχρηστία
πολύχρηστος
πολύχροια
πολύχροιος
πολυχρονέω
πολυχρονία
πολυχρονίζω
πολυχρόνιος
πολυχρονιότης
πολυχρονίως
πολύχρονος
πολύχροος
πολύχρους
πολύχρυσος
πολυχρώματος
πολύχρωμος
πολύχρως
πολύχυλος
πολύχυμος
πολύχυτος
πολυχώρητος
πολυχωρία
πολύχωρος
πολύχωστος
πολυψάμαθος
πολύψαμμος
πολύψεκτος
πολυψευδόκαυχος
πολυψηφία
πολυψήφις
πολύψηφος
πολύψογος
πολύψοφος
πολυωδυνία
πολυώδυνος
πολυωνυμέω
πολυωνυμία
πολυώνυμος
πολυώνυχος
πολυωπέτις
…
πολυχρονίως
Save
Bailly 2024
πολυχρονίως,
adv.
fort longtemps,
Hpc.
Ep.
1282, 6
.
Étym.
πολυχρόνιος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}