πολυχρήμων
πολυχρήμων, very wealthy
πολυχρήμ-ων, ον, gen. ονος,
- = πολυχρήματος, Plb. 18.35.9 (Sup.), Man. 4.21.
πολυ·χρήμων, ων, ον, gén. ονος, c. le préc. Man. 4, 21 ||
Sup. -έστατος, Pol. 18, 18, 9.
Étym. π. χρῆμα.
πολυχρήμων, ονος, = πολυχρήματος ; Pol. πόλις πολυχρημονεστάτη, 18.18.9 ; ἄνδρες, Man. 4.21 ; κτῆσις, ib. 102.