ποταμίσκος
ποταμίσκος, small stream
ποτᾰμ-ίσκος, ὁ, Dim. of ποταμός, Str. 14.1.8.
ποταμίσκος, ου (ὁ) [ᾰ] dim. de ποταμός, Str. 636.
ποταμίσκος, ὁ, dim. von ποταμός, Flüßchen, Strab.
ποταμίσκος, small stream