Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ποταμοῖ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποταγωγίς
ποταείδω
ποταείσομαι
ποταινί
ποταίνιος
ποταινός
ποτάμειος
ποταμέλγω
ποταμεύς
Ποταμεύς
ποταμηγός
ποταμηδόν
ποταμήϊος
ποταμηΐς
ποταμηνή
ποταμηπόρος
ποταμήρρυτος
ποταμήρυτος
ποταμῆτις
ποταμιαῖος
ποτάμιον
ποτάμιος
Ποταμιός
Ποτάμιος
Πόταμις
ποταμίσκος
ποταμίτης
ποταμῖτις
ποταμογείτων
ποταμοδιάρτης
Ποταμοῖ
Ποταμοί
ποταμοκαρίδες
ποταμόκλυστος
ποταμόνδε
ποταμόρρυτος
ποταμός
Ποταμός
ποταμοφόρητος
ποταμοφυλακία
ποταμοφυλακίδες
ποταμόχοος
ποταμόχωστος
ποταμώδης
Ποτάμων
ποτανής
ποτανός
ποτάομαι
ποταπός
ποταποφωνέω
ποταρός
ποτάρται
ποταρχέω
ποτάς
ποταυγάζομαι
ποταύγασις
ποταυδάω
ποταυλέω
ποταῷον
ποταῷος
πότε
…
Ποταμοῖ
Save
Bailly 2024
Ποταμοῖ
[
ᾰ
]
adv.
dans le dème Potamos,
Plut.
Arist.
27
.
Étym.
Ποταμός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}