ποτανής Save LSJ Bailly 2024 Middle Liddell ποτᾱνής, ές, Dor. for προσηνής, Cleobul. ap. D.L. 1.93 (Sup.). ποτανής, v. προσηνής. ποτανής ποτᾱνής, ές Doric for προσηνής.