Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποταμοκαρίδες
ποταμοκαρίδες, cammariunculi
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποταείσομαι
ποταινί
ποταίνιος
ποταινός
ποτάμειος
ποταμέλγω
ποταμεύς
Ποταμεύς
ποταμηγός
ποταμηδόν
ποταμήϊος
ποταμηΐς
ποταμηνή
ποταμηπόρος
ποταμήρρυτος
ποταμήρυτος
ποταμῆτις
ποταμιαῖος
ποτάμιον
ποτάμιος
Ποταμιός
Ποτάμιος
Πόταμις
ποταμίσκος
ποταμίτης
ποταμῖτις
ποταμογείτων
ποταμοδιάρτης
Ποταμοῖ
Ποταμοί
ποταμοκαρίδες
ποταμόκλυστος
ποταμόνδε
ποταμόρρυτος
ποταμός
Ποταμός
ποταμοφόρητος
ποταμοφυλακία
ποταμοφυλακίδες
ποταμόχοος
ποταμόχωστος
ποταμώδης
Ποτάμων
ποτανής
ποτανός
ποτάομαι
ποταπός
ποταποφωνέω
ποταρός
ποτάρται
ποταρχέω
ποτάς
ποταυγάζομαι
ποταύγασις
ποταυδάω
ποταυλέω
ποταῷον
ποταῷος
πότε
ποτε
ποτέ
…
ποταμοκαρίδες
Save
ποταμοκαρίδες, cammariunculi
LSJ
ποτᾰμο-καρίδες,
cammariunculi,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}