πράκτης
πράκτης, treacherous person
πράκ-της, ου, ὁ,
- = πρακτήρ I. Suid. s.v. ῥέκτῃ ἀνδρί: Ion. πρήκτης treacherous person, Hp. Ep. 19 (Hermes 53.67, cf.76).
πράκτης, ὁ, = πρακτήρ, Suid., Erkl. von ῥέκτης.