Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρακτόρεια
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πραίκων
Πραινεστῖνος
Πραίνεστον
Πραινεστός
Πραίνετος
πραῖνοι
πραιπόσιτος
πραισίδια
πραισιμνάω
Πραίσιοι
Πραιτέξτατος
πραίτωρ
πραιτωριανοί
πραιτωριανός
πραιτωρίδιον
πραιτώριον
πράκες
πρακτεῖον
πρακτέος
πρακτευτής
πρακτήρ
πρακτήριος
πράκτης
πρακτικεύομαι
πρακτικός
πρακτικῶς
πράκτιμος
Πράκτιος
Πράκτις
πρακτορεία
πρακτόρεια
πρακτόρειον
πρακτόρειος
πρακτορεύω
πρακτορικός
πρακτός
πρακτοψηφιστής
πρακτύς
πράκτωρ
πράληξ
Πράμνειος
Πράμνειος οἶνος
πράμνη
πράμνημα
Πράμνιος
πράμος
πρᾶν
πράν
πρανής
πρανίζω
Πράνιχος
πρανόν
πρανόω
πρανώ
Πραξαγόρα
Πραξαγόρας
πρᾶξαι
πραξείδιον
Πραξίας
Πραξιδάμας
Πραξιδίκη
…
πρακτόρεια
Save
Bailly 2024
πρακτόρεια,
ας
(
ἡ
)
fém. de
πράκτωρ,
Dysc.
Conj.
499, 28
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}