πράμος Save LSJ Bailly 2024 Pape πράμος [ᾰ], ὁ, = πρόμος, dub. in Ar. Th. 50. πράμος, ου (ὁ) [ᾰ] c. πρόμος, Ar. Th. 50. πράμος, ὁ, = πρόμος, Ar. Thesm. 50.