πρεσβυγένεθλος Save LSJ Bailly 2024 Pape πρεσβῠ-γένεθλος, ον, = πρεσβυγενής, Orph. H. 4.2. πρεσβυ·γένεθλος, ος, ον [ῠ] c. πρεσβυγενής, Orph. 3, 2. πρεσβυγένεθλος, = πρεσβυγενής, Orph. H. 3.2.