πρῆγμα
πρῆγμα, πρηγματεύομαι,
- Ion. for πραγμ-.
- II οἷον πρῆγμα (sic codd.) πνίγεται (sic cod. θ, v.l. πνέεται) Hp. Aff. 5, perh. f.l. for οἷον πρῆμά τι γίνεται a sort of swelling (cf. παράπρημα) arises.
πρῆγμα, v. πρᾶγμα.
πρῆγμα, τό, ion. = πρᾶγμα.