πρεών Save LSJ Bailly 2024 Pape Middle Liddell πρεών, v. πρών. πρεών, όνος (ὁ) c. πρηών, Anth. 6, 253. πρεών, ὁ, = πρηών, Crinag. 7 (VI.253), σκολιοῦ τοῦδε κατὰ πρεόνος. πρεών, όνος, ὁ, poetic for πρών, Anth.