About Report a problem

Menu

προαιδέομαι

προαιδέομαι, to owe

προαιδέομαι,
  • owe one special respect, be under obligations to one, ἤγειρον δωτίνας ἐκ τῶν πολίων, αἵτινές σφι προαιδέατό κού τι (Ion. 3 pl. plpf.) Hdt. 1.61; τίς ἐστι . ., τῷ ἐγὼ προαιδεῦμαι; Id. 3.140.

Saved

Recent