Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προβιβῶν
LSJ
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προβατοκτηνοτρόφος
πρόβατον
προβατόνους
προβατοπώλης
προβατοστάσιον
προβατόσχημος
προβατοτροφία
προβατοτρόφος
προβατοφθόρος
προβατόφρουρος
προβατοχίτων
προβατώδης
προβατών
προβαφή
προβάφιον
προβάω
προβεβαιόω
προβέβηκε
προβέβουλα
προβεβουλευμένως
πρόβημα
προβιάζομαι
προβιβάζω
προβιβάς
προβίβασις
προβιβασμός
προβιβάω
προβίβημι
προβιβρώσκω
προβιβῶ
προβιβῶν
προβιοτεύω
προβιοτή
προβιότης
προβιόω
προβίωτος
προβλαστάνω
προβλάστημα
πρόβλαστος
προβλεπτικός
προβλέπω
προβλεψία
πρόβλημα
προβληματικός
προβλημάτιον
προβληματοπλόκος
προβληματουργικός
προβληματουργός
προβληματώδης
προβλής
πρόβλησις
προβλητέον
προβλητικός
προβλῆτις
πρόβλητος
προβλήτωρ
προβλώσκω
προβοάω
προβοηθέω
προβόλαιον
προβόλαιος
…
προβιβῶν
Save
LSJ
Grieks Nederlands
προβῐβῶν,
ν. προβαίνω.
προβιβῶν
ep. ptc. praes.
van
προβαίνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}