Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προβέβηκε
Cunliffe Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προβατεών
προβάτημα
προβατία
προβατικός
προβάτιον
προβατοβοσκός
προβατογνώμων
προβατοδόρας
προβατοδόρος
προβατοθρέμμων
προβατοθύτης
προβατοκάπηλος
προβατοκόμος
προβατοκτηνοτρόφος
πρόβατον
προβατόνους
προβατοπώλης
προβατοστάσιον
προβατόσχημος
προβατοτροφία
προβατοτρόφος
προβατοφθόρος
προβατόφρουρος
προβατοχίτων
προβατώδης
προβατών
προβαφή
προβάφιον
προβάω
προβεβαιόω
προβέβηκε
προβέβουλα
προβεβουλευμένως
πρόβημα
προβιάζομαι
προβιβάζω
προβιβάς
προβίβασις
προβιβασμός
προβιβάω
προβίβημι
προβιβρώσκω
προβιβῶ
προβιβῶν
προβιοτεύω
προβιοτή
προβιότης
προβιόω
προβίωτος
προβλαστάνω
προβλάστημα
πρόβλαστος
προβλεπτικός
προβλέπω
προβλεψία
πρόβλημα
προβληματικός
προβλημάτιον
προβληματοπλόκος
προβληματουργικός
προβληματουργός
…
προβέβηκε
Save
Cunliffe Homer
προβέβηκε
3 sing. pf. προβαίνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}