Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προλιμβεύομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προλάκκιον
προλαλέω
προλαλιά
πρόλαλος
προλαμβανόντως
προλαμβάνω
προλάμπω
πρόλαχος
προλεαίνω
προλέγω
πρόλειμμα
προλειοτριβέω
προλειόω
προλείπω
πρόλειψις
προλεκτικός
πρόλεξις
προλεπτύνω
προλεσχηνεύομαι
πρόλεσχος
προλευκαίνω
προλεύσσω
πρόλημμα
προλημματίζω
προλημματισμός
προλήνιον
προληπτέον
προληπτικός
πρόληψις
προλιβανωτίζω
προλιμβεύομαι
πρόλιμνα
προλιμνάζω
προλιμνάς
προλιμοκτονέομαι
προλιμοκτονέω
προλιπαίνω
προλιχνεύομαι
προλιχνεύω
προλόβιον
πρόλοβος
προλοβώδης
προλογέω
προλογία
προλόγια
προλογίζομαι
προλογίζω
προλογισμός
πρόλογος
πρόλοιπον
προλούω
προλοχίζω
προλοχισμός
Πρόλοχος
προλυμαίνομαι
προλυπέομαι
προλυπέω
προλύπησις
προλυσσάω
προλύται
προλύω
…
προλιμβεύομαι
Save
Pape
προλιμβεύομαι
, bei
Schol. Ar. Nub
. 1182 Erkl. von προτενθεύω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}