προμνηστεύομαι
προμνηστεύομαι, to be previously bethrothed
προμνηστ-εύομαι,
- = προμνάομαι, Alciphr. 1.37:—Pass., -μνηστευθεῖσα τῷ βασιλεῖ App. Reg. 1.
προ·μνηστεύομαι, c. le préc. Alciphr. 1, 37, etc. ; Luc. Her. 6.
προμνηστεύομαι, dep. med., = προμνάομαι ; Alciphr. 1.37 ; Luc. Herod. 6.
προμνηστεύομαι
= προμνάομαι, Luc.