προσαραρίσκω
προσαραρίσκω, to fit to
προσᾰρᾰρίσκω,
- fit to: pf. 2 προσάρᾱρα, Ion. -άρηρα, intr., to be fitted to, ἐπίσσωτρα προσαρηρότα tires firmly fitted, Il. 5.725; ἠναγκάσθησαν οἱ ἱππεῖς ὥσπερ νυκτερίδες πρὸς τοῖς τείχεσιν -αραρέναι X. HG 4.7.6: Ep. pf. Pass., προσαρήρεται ἱστοβοῆϊ Hes. Op. 431.
προσ·αραρίσκω, v. *προσάρω.
1. vastmaken, bevestigen;
2. act. perf. intrans. vastzitten aan:
†προσαραρίσκω
[προσ- 1.]
Nom. pl. neut. pf. pple. προσαρηρότα.
In pf., to be fitted to something : ἐπίσσωτρα προσαρηρότα Il. 5.725.
προσαραρίσκω
perf. 2 προσάρᾱρα
Ionic -άρηρα
- to fit to:—intr., to be fitted to, ἐπίσσωτρα προσαρηρότα tires firmly fitted, Il.: an Ionic perf. pass. προσαρήρεται Hes.