προσβωθέω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape προσβωθέω, Ion. for προσβοηθέω (q.v.). προσ·βωθέω, v. προσβοηθέω. προσβωθέω Ion. voor προσβοηθέω. προσβωθέω, s. προσβοηθέω, Her. 8.144, zw.