προσβώμιος
προσβώμιος, at the altar
προσβώμιος, ον,
- at the altar, ἵπποι καὶ βόες Hld. 10.39.
προσ·βώμιος, ος, ον, placé près de l’autel, Hld. 10, 39.
Étym. π. βωμός.
προσβώμιος, am Altar, Heliod.