προσδεύομαι Save Bailly 2024 Pape *προσ·δεύομαι, dor. ποτιδεύομαι, c. προσδέομαι, Thcr. Idyl. 5, 63. προσδεύομαι, poet. statt προσδέομαι, Theocr. 5.63, in dor. Form ποτιδεύομαι.