προσεισοδιασμός
προσεισοδιασμός, extra contribution
προσεισ-οδιασμός, ὁ,
- extra contribution, ποιεῖσθαι -ασμοὺς ἐκ τῶν ἰδίων IGRom. 3.739ii61 (Lycia, ii A.D.).