προσκαταγιγνώσκω
προσκαταγιγνώσκω, to condemn besides
προσκατα-γιγνώσκω,
- condemn besides, Antipho 3.3.4 (Pass.).
- II adjudge, award to, αὐτοῖς τὰ χωρία -γνώσεται D. 55.32.
προσ·καταγιγνώσκω :
1 condamner en outre, Ant. 122, 44 ||
2 adjuger, Dém. 1281, 3.
προσκαταγιγνώσκω, (γιγνώσκω),
1) noch dazu, obendrein verurteilen, αὐθέντην προσκαταγνωσθέντα, Antiph. 3 γ 4.
2) zusprechen, Dem. 55.32, ζητοῦσι διαιτητήν, ὅστις αὐτοῖς τὰ χωρία προσκαταγνώσεται.
1) noch dazu, obendrein verurteilen, αὐθέντην προσκαταγνωσθέντα, Antiph. 3 γ 4.
2) zusprechen, Dem. 55.32, ζητοῦσι διαιτητήν, ὅστις αὐτοῖς τὰ χωρία προσκαταγνώσεται.
προσκαταγιγνώσκω
fut. -γνώσομαι
- Ito condemn besides, Antipho.
- IIto award to, τί τινι Dem.