προσκαταδείκνυμι
προσκαταδείκνυμι, ordain besides
προσκατα-δείκνῡμι,
- ordain besides, καινὰ τέλη D.C. 77.9.
προσ·καταδείκνυμι, décréter en outre, DC. 77, 9.
προσκαταδείκνυμι, [ῡ], (δείκνυμι), noch dazu anordnen, einsetzen, DC. 77.9.