προσκαταβλάπτω
προσκαταβλάπτω, damage as well
προσκατα-βλάπτω,
- damage as well, Arc. aor. subj. εἰ δʼ ἄν τις . . ποσκατυβλάψη τι IG 5(2).6.38 (Tegea, iv B.C.).