προσπαραιρέομαι
προσπαραιρέομαι, take away besides
προσπαρ-αιρέομαι, Med.,
- take away besides, D.C. 46.40.
προσ·παραιρέομαι-οῦμαι (f. -παραιρήσομαι, ao. 2 -παρειλόμην, etc.) enlever en outre ou encore, DC. 46, 40.
προσπαραιρέομαι, (αἱρέω), noch dazu wegnehmen, DC. 46.40.