προσόψιος
προσόψιος, full in view
προσόψιος, ον,
- full in view, πάγος v.l. in S. OC 1600.
προσόψιος, ος, ον, pleinement en vue, Soph. O.C. 1600.
Étym. cf. le suiv.
προσόψιος, v.l. für ἐπόψιος Soph. O.C. 1600, die Suid. hat.
προσόψιος
προσ-όψιος, ον,
- like ἐπ-όψιος, full in view, Soph.