προσσκηνέω
προσσκηνέω, to be adjacent
προσσκηνέω,
- to be adjacent, ἐν Αἰθιοπία καὶ τοῖς -οῦσιν αὐτὴν τόποις prob. for προσκυνοῦσιν in Nech. in Cat.Cod.Astr. 7.140.