Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προσωποειδής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προσψιθυρίζω
προσψύχω
πρόσω
προσώδης
προσῳδής
προσῴδης
προσῳδία
προσῳδιακός
προσῳδικός
προσῴδιον
προσώδιον
προσῳδός
πρόσωθεν
προσωθέω
προσωνέομαι
προσωνομασία
προσωνυμία
προσώνυμος
προσωπαιδοῦντες
προσώπατα
προσωπεῖον
προσώπη
προσωπιάς
προσωπίδιον
προσωπικός
προσωπικῶς
προσώπιον
προσωπίς
προσωπῖτις
Προσωπῖτις
προσωποειδής
προσωπολημπτέω
προσωπολήμπτης
προσωπολημψία
προσωποληπτέω
προσωπολήπτης
προσωπόληπτος
προσωποληψία
πρόσωπον
προσωποποιέω
προσωποποιία
προσωποποιΐα
προσωποποιός
πρόσωπος
προσωποῦττα
προσωρεύω
προσώτατα
προσώτατος
προσώτερος
προσωτέρω
προσωφελέω
προσωφέλημα
προσωφέλησις
προσωφελητέον
προσωφελητέος
πρόταγμα
προταινί
προταίνιον
προταίνιος
προτακτέον
προτακτέος
…
προσωποειδής
Save
Pape
προσωποειδής
, ές,
wie ein Gesicht gestaltet
, Tzetz.
exeg. Il
. p. 70.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}