προσωφέλημα
προσωφέλημα, help
προσωφέλ-ημα, ατος, τό,
- help or aid in a thing, c. gen., παισὶν . . π. χρημάτων E. Med. 611.
προσωφέλημα, ατος (τὸ) c. le suiv. Eur. Med. 611.
προσωφέλημα, τό, Hilfe, Beistand, Eur. Med. 611.
προσωφέλημα
from προσωφελέω
προσωφέλημα, ατος, τό,
- help or aid in a thing, c. gen., Eur.