πρόσωπον
πρόσωπον, the face, visage, countenance
- face, countenance (cf. μέτωπον), Hom., always in pl., even of a single person, Il. 7.212, 18.414, Od. 19.361, al. (exc. Il. 18.24), and so in Hes. Op. 594 (v.l. -πον), S. Fr. 871.6 (v. infr.), El. 1277 (lyr.), OC 314, X. An. 2.6.11 (dub.), AP 9.322 (Leon.): sg. in h.Hom. 10.2, 31.12, and usu. in later writers; π. κλιθὲν προσώπῳ Simon. 37.12; εἰς π. βλέπειν E. Hipp. 280; ἐς π. τινὸς ἀφικέσθαι come before him, ib. 720; π. πρός τινα στρέφειν Id. Ph. 457; οὐκ ὄψεσθε τὸ π. μου LXX Ge. 43.3, cf. UPZ 70.5 (ii B.C.); κατὰ πρόσωπον in front, facing, Th. 1.106, X. Cyr. 1.6.43, etc.; τὴν κατὰ π. τῆς ἀντίας φάλαγγος τάξιν ib. 6.3.35; κατὰ π. Αἰγύπτου facing, fronting Egypt, LXX Ge. 25.18; opp. κατὰ νώτου, Plb. 1.28.9; κατὰ π. ἄγειν, opp. κατὰ κέρας ὑπεραίρειν, Id. 11.14.6, etc.; κατὰ π. in person, ἡ κατὰ π. ἔντευξις Plu. Caes. 17; κατὰ π. παραμυθήσασθαι, opp. διὰ τοῦ ψαφίσματος, IG 42(1).86.22 (Epid.); so κατὰ πρόσωπα Eudox. Ars 11.21; also πρὸς τὸ π. X. Cyn. 10.9; ἐπὶ προσώπου Ἰεριχώ in front of Jericho, LXX De. 34.1; ἔρρʼ ἐκ προσώπου Herod. 8.59; ἀπὸ π. τῆς γῆς LXX Am. 9.8; βλέπειν εἰς π. τινός regard his countenance, Ev.Matt. 22.16: usu. of the face of man or God, as λειτουργῶν τῷ π. Κυρίου LXX 1 Ki. 2.11; οἱ ἄρτοι τοῦ π., of shewbread, ib. 21.6: of the ibis, Hdt. 2.76; of dogs, ἀπὸ τῶν π. φαιδραί X. Cyn. 4.2; of horses, Arist. HA 631a5; of deer, ib. 579a2; of fish, Anaxandr. 30, 33.16; face of the moon, S. Fr. 871.6 (pl.), Plu. Fac.lun. 2.920b: metaph., ἀργυρωθεῖσαι πρόσωπα . . ἀοιδαί Pi. I. 2.8.
- 2 front, façade, Id. P. 6.14, cf. E. Ion 189 (lyr., pl.); κατὰ π. τοῦ ἱεροῦ, τῆς νεώς, PPetr. 3 p.2 (iii B.C.), Ach.Tat. 3.1, 2; τιθέναι τὰς φιάλας ἐπὶ πρόσωπον Asclep.Myrl. ap. Ath. 11.501d.
- II oneʼs look, countenance, A. Ag. 639, 794 (anap., pl.), Eu. 990 (anap., pl.), etc.; οὐ τὸ σὸν δείσας π. S. OT 448: metaph., φαίνοισα π. Ἀλάθεια Pi. N. 5.17.
- 2 Astrol., decan considered as the domain of a planet, ἐν ἰδίοις π. Vett.Val. 62.21, Paul.Al. C. 2.
- III = προσωπεῖον, mask, D. 19.287 (-εῖον is v.l.), Arist. Po. 1449a36, b4, Pr. 958a17, Dsc. 3.144 (v.l.), Poll. 2.47; π. ὑπάργυρον κατάχρυσον IG 1(2).276.6, cf. 4(2)(1).102.58, 68 (Epid., iv B.C.), Clara Rhodos 6/7.428; ὀθόνινον π. prob. in Pl.Com. 142; π. περίθετον Aristomen. 5; of the Roman imagines, Plb. 6.53.5; bust or portrait, Sammelb. 5221, OGI 432.1 (Naksh-i-Rustam, iii A.D.).
- 2 dramatic part, character, Phld. Rh. 1.199 S., Arr. Epict. 1.29.45 and 57; κωφὸν π. Cic. Att. 13.19.3; character in a book, τὸ τῆς Ἑλλάδος ὄνομα καὶ π. Plb. 8.11.5; τὸ τοῦ Ὀδυσσέως π. Id. 12.27.10, cf. Phld. Po. 5.32; also ἀστοχεῖν τοῦ π., of an author, Callisth. 44J.; ἐπὶ προσχήματι καὶ π. δικαστῶν Ael. Fr. 168.
- IV person, Phld. Rh. 1.52 S. (pl.); ἀδίκως μὴ κρῖνε πρόσωπον Ps.-Phoc. 10; προσώπῳ, οὐ καρδίᾳ in person, in bodily presence, 1 Ep.Thess. 2.17, cf. 2 Ep.Cor. 5.12; ποιεῖν or πληροῦν τὸ π. τινός to represent a person, PRein. 56.30 (iv A.D.), Sammelb. 6000ii 12 (vi A.D.); λαμβάνειν π. τινός admit a person to oneʼs presence, εἰ προσδέξεταί σε, εἰ λήψεται πρόσωπόν σου LXX Ma. 1.8; hence, = προσωποληπτεῖν, Ev.Luc. 20.21, Ep.Gal. 2.6; μὴ ἀποστρέψῃς τὸ π. μου, i.e. do not reject my prayer, LXX 3 Ki. 2.20; θαυμάσαι π. ἀσεβοῦς ib. Pr. 18.5; ὁ θεὸς ὁ μέγας . ., ὅστις οὐ θαυμάζει π. οὐδὲ οὐ μὴ λάβῃ δῶρον ib. De. 10.17.
- 2 legal personality, Bion Borysth. ap. D.L. 4.46.
- 3 Gramm., person, D.T. 638.4, A.D. Pron. 3.12, etc.; γυναικεῖα π. Alex.Trall. 2.
- 4 π. πόλεως a feature of the city, of a person, Cic. Fam. 15.17.2.
- 5 f.l. in Zeno Stoic. 1.23 (cf. Nicol. Prog. p.4 F.).
1. gezicht, uiterlijk, Hom. en poët. plur. voor sing.:
2. theatermasker (
3. persoon, persoonlijke aanwezigheid:
1) Gesicht, Antlitz ; Hom. oft ; χαρίεν δʼ ᾔσχυνε πρόσωπον, Il. 18.24 ; sonst immer im plur., auch von einer Person, σπόγγῳ δʼ ἀμφὶ πρόσωπα ἀπομόργνυ, 18.414 ; γρηῢς δὲ κατέσχετο χερσὶ πρόσωπα, Od. 19.361 ; Hes.; Pind. φαίνοισα πρόσωπον ἀλάθεια, N. 5.17 ; u. übertr. von äußerem Glanz, Anstand u. Würde, Ol. 6.3 ; von Gesängen, P. 6.14 ; auch ἀοιδαὶ ἀργυρωθεῖσαι πρόσωπα, I. 2.8, Gesänge, denen man es ansieht, daß sie für Geld gemacht sind, vgl. Diffen zur Stelle ; auch die Tragg. haben oft den plur., wie Aesch. Ag. 768, Eum. 945 ; κρατὶ δʼ ἡλιοστερὴς κυνῆ πρόσωπά νιν ἀμπέχει, Soph. O.C. 315 ; aber auch φαιδρῷ προσώπῳ, El. 1289 ; u. übertr., ἦ τοσόνδʼ ἔχεις τόλμης πρόσωπον, O.R. 533 ; Eur. oft, οὐδʼ εἰς πρόσωπον Θήσεως ἀφίξομαι, Hipp. 720 ; u. die Prosaiker überall : πάνυ μειδιάσας τῷ προσώπῳ, Plat. Euthyd. 275e ; auch zuweilen plur. von Einem, wie Xen. τὸ στυγὸν ποτὲ φαιδρὸν αὐτοῦ ἐν τοῖς προσώποις ἔφασαν φαίνεσθαι, An. 2.6.11 ; selten von Tieren, wie πρόσωπον ἐπίγρον bei Her. 2.76, vom Ibis. – Uebertr., die vordere Seite, Front, bes. beim Heere, κατὰ πρόσωπον ἄγειν, mit der Front anrücken, angreifen, Pol. 11.14.6 ; κατὰ πρόσωπον τάξας, 2.65.6 ; οἱ κατὰ πρόσωπον ἀλλήλοις συμπεσόντες, im Ggstz von οἱ κυκλώσαντες ; auch κατὰ πρόσωπον ἀπαντᾶν τοῖς πολεμίοις, im Ggstz von φεύγειν, 17.3.3 ; u. übertr., κατὰ πρ. λεγομένων τῶν λόγων, ins Gesicht, 25.5.2 ; dah. ἡ κατὰ πρ. ἔντευξις, die mündliche, persönliche Unterhaltung, Plut. Caes. 17.
2) die Person ; Ὅμηρος προθέμενος τὸ τοῦ Ὀδυσσέως πρόσωπον, Pol. 12.27.10, u. öfter ; auch τὸ τῆς Ἑλλάδος ὄνομα καὶ πρόσωπον, 8.13.5, im Ggstz von μονάρχου πρόσχημα καὶ βίος ; u. Sp.; κατὰ πρόσωπον, persönlich. – Bes. bei den Gramm. die Person in grammatischem Sinne.
3) Maske, Larve ; Luc. Iup. trag. 41 ; auch Dem. 19.287 bei Bekker, v.l. προσωπεῖον. – Von den imagines majorum der Römer, Pol. 6.53.5.
τό
[προσ- 1 + ὦπα. The part beside the eyes, the region of the eyes.]
Dat. pl. προσώπασι Il. 7.212.
Acc. προσώπατα Od. 18.192. The face, visage, countenance : χαρίεν Il. 18.24. Cf. Od. 15.332, Od. 20.352.
In pl. in the same sense : πρόσωπα καὶ χεῖρʼ ἀπομόργνυ Il. 18.414. Cf. Il. 7.212, Il. 19.285 : Od. 8.85, Od. 18.173 (ἀμφί advbl., πρόσωπα acc. of part affected), 192, Od. 19.361.
- a face οὔ τοι ἅπασα κερδίων φαίνοισα πρόσωπον ἀλάθειʼ ἀτρεκής (v. l. ἀτρεκές ap. Stobaeum) N. 5.17 οὐδʼ ἐπέρναντο γλυκεῖαι μελιφθόγγου ποτὶ Τερψιχόρας ἀργυρωθεῖσαι πρόσωπα μαλθακόφωνοι ἀοιδαί I. 2.8
- b facade met., of the prelude to an ode ἀρχομένου δʼ ἔργου πρόσωπον χρὴ θέμεν τηλαυγές O. 6.3 φάει δὲ πρόσωπον ἐν καθαρῷ νίκαν Κρισαίαις ἐνὶ πτυχαῖς ἀπαγγελεῖ P. 6.14
Strong 4383
1. prop., of persons (so always in cl.);
(a) the face, countenance: (LXX), al.; in other phrases resembling Heb. idiom (Thackeray, Gr., 42), βλέπειν (ὁρᾶν, θεωρεῖν, ἰδεῖν) τὸ π., to see one's face, i.e. see him in person, Mt 18:10, Ac 20:25, 38, I Th 3:10, Re 22:4; ἐμφανισθῆναι τῷ π. τοῦ θεοῦ, He 9:24; ἐν π. Χριστοῦ, II Co 2:10 4:6; μετὰ τοῦ π. σου, with thy presence, Ac 2:28(LXX); εἰς π. τῶν ἐκκλησιῶν, II Co 8:24; στηρίζειν τὸ π. (Heb. (LXX);
(b) form, person: καυχᾶσθαι ἐν π. καὶ μὴ ἐν καρδίᾳ, II Co 5:12 (cf. I Ki 16:7); metaph., as in Heb. idiom, of judgment according to appearance, external condition or circumstances (
2. Of things (cf. Dalman, Words, 30);
(a) face, appearance (Ps 103 (104):30): Mt 16:3 (WH, R, mg., om.), Lk 12:56, Ja 1:11;
(b) surface (Ge 2:6): Lk 21:35, Ac 17:26.
- Ithe face, visage, countenance, mostly in pl., even of a single person, Hom., Soph., etc.; βλέπειν τινὰ εἰς πρ. Eur.; ἐς πρ. τινὸς ἀφικέσθαι to come before him, Eur.:— κατὰ πρ. in front, facing, Thuc., etc.; ἡ κατὰ πρ. ἔντευξις a tete-a-tete, Plut.; also, πρὸς τὸ πρ. Xen.; λαμβάνειν πρ. τινος, προσωποληπτεῖν τινα, NTest.:—metaph., ἀρχομένου πρ. ἔργου Pind.
- IIoneʼs look, countenance, Lat. vultus Aesch., etc.; οὐ τὸ σὸν δείσας πρ., cf. Hor. vultus instantis tyranni, Soph.
- III= προσωπεῖον, a mask, Dem., Arist.
- 2outward appearance, beauty, Pind.
- IVa person, NTest., etc.; πρόσωπον in bodily presence, NTest.
-
…, ἄλλο, τὸ δὲ ἄλλο ; ναί. ἦ καὶ δύναμιν αὐτῶν ἕκαστον ἰδίαν ἔχει ; ὥσπερ τὰ τοῦ προσώπου, οὐκ ἔστιν ὀφθαλμὸς οἷον τὰ ὦτα, οὐδʼ ἡ δύναμις αὐτοῦ ἡ αὐτή · οὐδὲ τῶν ἄλλων οὐδέν ἐστιν…
Plato, Protagoras
-
…ὁρῶμεν ἔνεστί ; τι ; τῶν τοιούτων ; πάνυ γε. ἐννενόηκας οὖν ὅτι τοῦ ἐμβλέποντος εἰς τὸν ὀφθαλμὸν τὸ πρόσωπον ἐμφαίνεται ἐν τῇ τοῦ καταντικρὺ ὄψει ὥσπερ ἐν κατόπτρῳ, ὃ δὴ καὶ κόρην καλοῦμεν, εἴδωλον ὄν τι τοῦ…
Plato, Alcibiades 1
-
…καὶ τοῦ ὅλου, ἀλλʼ ἢ μεγέθει καὶ σμικρότητι ; ἐκείνως μοι φαίνεται, ὦ Σώκρατες, ὥσπερ τὰ τοῦ προσώπου μόρια ἔχει πρὸς τὸ ὅλον πρόσωπον. πότερον οὖν, ἦν δʼ ἐγώ, καὶ μεταλαμβάνουσιν οἱ ἄνθρωποι τούτων τῶν…
Plato, Protagoras
-
…μεγέθει καὶ σμικρότητι ; ἐκείνως μοι φαίνεται, ὦ Σώκρατες, ὥσπερ τὰ τοῦ προσώπου μόρια ἔχει πρὸς τὸ ὅλον πρόσωπον. πότερον οὖν, ἦν δʼ ἐγώ, καὶ μεταλαμβάνουσιν οἱ ἄνθρωποι τούτων τῶν τῆς ἀρετῆς μορίων οἱ μὲν ἄλλο…
Plato, Protagoras
-
…τῶν γειτόνων ἐνάψασθαι. ἐσιώπων ἐγὼ καὶ ταῦτα οὕτως ἔχειν ἡγούμην. ἔδοξε δέ μοι, ὦ ἄνδρες, τὸ πρόσωπον ἐψιμυθιῶσθαι, τοῦ ἀδελφοῦ τεθνεῶτος οὔπω τριάκονθʼ ἡμέρας · ὅμως δʼ οὐδʼ οὕτως οὐδὲν εἰπὼν περὶ τοῦ πράγματος ἐξελθὼν ᾠχόμην…
Lysias, Speeches
-
…ὦ Σώκρατες, ἀποκρίνασθαι, ὅτι ἑνὸς ὄντος τῆς ἀρετῆς μόριά ἐστιν ἃ ἐρωτᾷς. πότερον, ἔφην, ὥσπερ προσώπου τὰ μόρια μόριά ἐστιν, στόμα τε καὶ ῥὶς καὶ ὀφθαλμοὶ καὶ ὦτα, ἢ ὥσπερ τὰ τοῦ χρυσοῦ μόρια…
Plato, Protagoras
-
…ἀλλήλοις · καὶ ἃ τότε ἔφαμεν ἄλλην δύναμιν ἔχειν καὶ οὐκ εἶναι τὸ ἕτερον οἷον τὸ ἕτερον, τὰ τοῦ προσώπου μόρια, ἁμῇ γέ πῃ προσέοικεν καὶ ἔστιν τὸ ἕτερον οἷον τὸ ἕτερον. ὥστε τούτῳ γε τῷ τρόπῳ κἂν…
Plato, Protagoras
-
…οἶδα. φεῦ φεῦ. τὰν νέρθε δʼ οὐδὲν ὠφελεῖς. ἰώ μοί μοι. τὸ μήποτʼ εἰσιδεῖν φιλίας ἀλόχου πρόσωπόν σʼ ἔσαντα λυπρόν. ἔμνησας ὅ μου φρένας ἥλκωσεν · τί γὰρ ἀνδρὶ κακὸν μεῖζον ἁμαρτεῖν πιστῆς ἀλόχου ; μή…
Euripides, Alcestis
-
…ἀλλʼ ὁμολογοῦσιν ἐν τῷ δήμῳ, καὶ τὰς ἐπιστολὰς ἀλλήλοις παραναγιγνώσκουσιν · παρακελεύονται δʼ οἱ μὲν βλέπειν εἰς τὰ ἑαυτῶν πρόσωπα ὡς φύλακες τῆς δημοκρατίας, ἕτεροι δʼ αἰτοῦσι δωρεὰς ὡς σωτῆρες τῆς πόλεως ὄντες. ὁ δὲ δῆμος ἐκ τῆς…
Aeschines, Speeches
-
…φρενί · πολλῶν γὰρ τόδʼ ἐν βροτοῖς ἄκος. ἆρα φρονοῦσιν γλώσσης ἀγαθῆς ὁδὸν εὑρίσκειν ; ἐκ τῶν φοβερῶν τῶνδε προσώπων μέγα κέρδος ὁρῶ τοῖσδε πολίταις · τάσδε γὰρ εὔφρονας εὔφρονες αἰεὶ μέγα τιμῶντες καὶ γῆν καὶ πόλιν ὀρθοδίκαιον πρέψετε πάντως…
Aeschylus, Eumenides