προσώπατα Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape προσώπ-ατα, v. πρόσωπον. προσώπατα, προσώπασι, v. πρόσωπον. προσώπατα ep. plur. van πρόσωπον. προσώπατα, τὰ, alter epischer plur. zu πρόσωπον ; Od. 18.192 ; Maced. 11 (V.231); dat. προσώπασι Il. 7.212.