προσωφέλησις
προσωφέλησις, help, aid, advantage
προσωφέλ-ησις, εως, ἡ,
- help, aid, S. Ph. 1406 (troch.).
προσωφέλησις, εως (ἡ) aide, assistance, d’où utilité, Soph. Ph. 1406.
Étym. προσωφελέω.
προσωφέλησις, ἡ, Hilfe, Nutzen, τίνα προσωφέλησιν ἔρξεις, Soph. Phil. 1392.
προσωφέλησις, εως,
προσωφελέω
- help, aid, advantage, Soph.