Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προτακτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προσωπολήμπτης
προσωπολημψία
προσωποληπτέω
προσωπολήπτης
προσωπόληπτος
προσωποληψία
πρόσωπον
προσωποποιέω
προσωποποιία
προσωποποιΐα
προσωποποιός
πρόσωπος
προσωποῦττα
προσωρεύω
προσώτατα
προσώτατος
προσώτερος
προσωτέρω
προσωφελέω
προσωφέλημα
προσωφέλησις
προσωφελητέον
προσωφελητέος
πρόταγμα
προταινί
προταίνιον
προταίνιος
προτακτέον
προτακτέος
προτακτικός
προτακτικῶς
πρότακτος
προτακτός
προταλαιπωρέομαι
προταλαιπωρέω
προταμιεῖον
προταμιεύω
προτάμνω
προτανεία
προτανεύω
προτανήϊον
πρότανις
πρόταξις
προταράσσω
προταρβέω
προταριχεύω
πρότασις
προτάσσω
προτατέον
προτατικός
προτατικῶς
προτάττω
προτέγγω
προτέγιον
προτέγισμα
προτείνω
προτειχίζω
προτείχισμα
προτεκμαίρομαι
προτεκνόω
προτέλεια
…
προτακτικῶς
Save
Bailly 2024
προτακτικῶς,
adv.
de manière à être placé devant,
Dysc.
Synt.
227, 15
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}