προτέγιον
προτέγιον, the forepart of a roof
προτέγιον, τό,
- = sq. [προτέγισμα, eaves], Poll. 7.120.
προ·τέγιον, ου (τὸ) bord en saillie d’un toit, Plut. Cæs. 17 conj. p. προστέγιον.
προτέγιον, τό, = προτέγισμα, Poll. 7.120. S. auch προστέγιον.
προτέγιον
προ-τέγιον, ου, τό,
τέγος
- the forepart of a roof, Plut.