προτιάπτω
προτιάπτω, προτιβάλλομαι, προτιειλεῖν, προτιείποι, v. προσάπτω, προσβάλλω, προσειλέω, προσεῖπον.
προτι·άπτω, v. προσάπτω.
προτιάπτω, dor. statt προσάπτω.
προτιάπτω
[προτι-, προσ- 1.]
To attach to.
With dat. Of something immaterial : τόδε κῦδος Ἀχιλλῆϊ προτιάπτω (grant it to him) Il. 24.110.